Ουράντια βιβλίο - ΕΓΓΡΑΦΟ 62. ΟΙ ΑΡΧΙΚΕΣ ΦΥΛΕΣ ΤΟΥ ΠΡΩΙΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

(UF-GRC-001-2012-1)

Ουράντια βιβλίο   

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΤΙΑ

ΕΓΓΡΑΦΟ 62. ΟΙ ΑΡΧΙΚΕΣ ΦΥΛΕΣ ΤΟΥ ΠΡΩΙΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ



ΕΓΓΡΑΦΟ 62. ΟΙ ΑΡΧΙΚΕΣ ΦΥΛΕΣ ΤΟΥ ΠΡΩΙΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

62:0.1 (703.1) Περίπου ένα εκατομμύριο χρόνια πριν, οι άμεσοι πρόγονοι του ανθρώπινου είδους έκαναν την εμφάνισή τους μέσω τριών διαδοχικών, αιφνίδιων μεταλλάξεων, οι οποίες προήλθαν από το αρχικό γένος του λεμούριου τύπου των εγκυμονούντων θηλαστικών. Τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά των πρώιμων αυτών λεμούριων αντλήθηκαν από τη δυτική, ή μεταγενέστερη Αμερικανική ομάδα του εξελισσόμενου ζωικού πλάσματος. Αλλά πριν την εγκατάσταση της άμεσης γραμμής της ανθρώπινης γενεαλογίας, ο κλάδος αυτός ενισχύθηκε από συνεισφορές της κεντρικής εμφύτευσης της ζωής η οποία εξελίχθηκε στην Αφρική. Η ανατολική ομάδα των ζώων ελάχιστα, ή καθόλου δεν συνεισέφερε στην ουσιαστική δημιουργία των ανθρώπινων ειδών.

1. ΟΙ ΠΡΩΙΜΟΙ ΛΕΜΟΥΡΙΟΙ ΤΥΠΟΙ

62:1.1 (703.2) Οι πρώιμοι λεμούριοι που εμπλέκονται στη γενεαλογία των ανθρώπινων ειδών δεν σχετίζονταν άμεσα με τις προϋπάρχουσες φυλές του γίββωνα και του πιθήκου που ζούσαν, τότε, στην Ευρασία και τη βόρεια Αφρική, οι απόγονοι των οποίων έχουν επιζήσει ως τις μέρες μας. Ούτε ήταν οι απόγονοι του σύγχρονου τύπου του λεμούριου, αν και προέρχονται από ένα πρόγονο κοινό και για τους δύο, αλλά προ πολλού εκλιπόντα.

62:1.2 (703.3) Ενώ οι πρώιμοι αυτοί λεμούριοι εξελίχθηκαν στο Δυτικό Ημισφαίριο, η εγκατάσταση των θηλαστικών που απετέλεσαν την άμεση γενεαλογία του ανθρώπινου είδους έλαβε χώρα στην νοτιοδυτική Ασία, στην αρχική περιοχή της κεντρικής εμφύτευσης της ζωής, στα όρια, όμως, των ανατολικών περιοχών. Αρκετά εκατομμύρια χρόνια πριν, οι Βορειοαμερικανικοί τύποι του λεμούριου μετανάστευσαν προς δυσμάς πάνω από τη γέφυρα ξηράς του Βερίγγειου και σιγά-σιγά προχώρησαν προς τα νοτιοδυτικά, κατά μήκος της Ασιατικής ακτής. Οι φυλές αυτές των μεταναστών έφθασαν, τελικά, στην ευμενή για την υγεία περιοχή που βρίσκεται μεταξύ της, τότε, διευρυμένης Μεσογείου και των ανυψωνόμενων ορεινών περιοχών της Ινδικής χερσονήσου. Σ’ αυτά τα εδάφη, δυτικά της Ινδίας, ενώθηκαν με άλλα, πλεονεκτικά γένη, εγκαθιδρύοντας έτσι τη γενεαλογία της ανθρώπινης φυλής.

62:1.3 (703.4) Με την πάροδο του χρόνου οι ακτές της Ινδίας νοτιοδυτικά των βουνών, σταδιακά, βυθίστηκαν, απομονώνοντας απόλυτα τα ζώα της περιοχής αυτής. Δεν υπήρχε δρόμος προσέγγισης, ή διαφυγής από αυτή τη Μεσοποτάμια, ή Περσική χερσόνησο, ει μη μόνο από το βορρά και αυτός είχε διακοπεί επανειλημμένα από τις νότιες εισβολές των παγετώνων. Και ήταν σ’ αυτήν την, τότε, σχεδόν παραδείσια χώρα και από τους ανώτερους απογόνους του λεμούριου αυτού τύπου των θηλαστικών, που ξεπήδησαν δύο μεγάλες ομάδες, οι φυλές των σύγχρονων πιθήκων και τα σημερινά ανθρώπινα είδη.

2. ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ

62:2.1 (703.5) Λίγο περισσότερο από ένα εκατομμύριο χρόνια, πριν τα πρώτα θηλαστικά της Μεσοποταμίας, οι άμεσοι απόγονοι του Βορειοαμερικανικού του λεμούριου τύπου των εγκυμονούντων θηλαστικών εμφανίσθηκαν ξαφνικά. Ήσαν δραστήρια, μικρόσωμα πλάσματα, σχεδόν ένα μέτρο ψηλά. Και ενώ δεν περπατούσαν τακτικά στα πίσω πόδια τους, εύκολα μπορούσαν να στέκουν όρθια. Ήταν μαλλιαρά, ευκίνητα και φλυαρούσαν όπως οι πίθηκοι, αντίθετα όμως προς τα είδη των πιθήκων, ήσαν σαρκοφάγα. Διέθεταν έναν πρωτόγονο αντιτιθέμενο αντίχειρα, καθώς επίσης και ένα πολύ χρήσιμο μεγάλο δάκτυλο του ποδιού, με το οποίο μπορούσαν να πιάνουν. Από το σημείο αυτό και μετά, τα προανθρώπινα είδη ανέπτυξαν διαδοχικά τον αντίχειρα, ενώ προοδευτικά έχασαν την ικανότητα τα πιάνουν με το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού. Οι μεταγενέστερες φυλές των πιθήκων διατήρησαν το χρηστικό μεγάλο δάκτυλο του ποδιού, αλλά ποτέ δεν ανέπτυξαν τον ανθρώπινο τύπο αντίχειρα.

62:2.2 (704.1) Τα πρώιμα αυτά θηλαστικά έφθαναν σε πλήρη ανάπτυξη όταν γίνονταν τριών, ή τεσσάρων χρόνων, έχοντας μια προσδοκώμενη μέση διάρκεια ζωής είκοσι, περίπου, χρόνων. Κατά κανόνα γεννούσαν ένα μικρό, αν και περιστασιακά υπήρχαν δίδυμα.

62:2.3 (704.2) Τα μέλη του νέου αυτού είδους διέθεταν το μεγαλύτερο εγκέφαλο, για το μέγεθός τους, από οποιοδήποτε ζώο είχε υπάρξει ως τότε στη γη. Βίωναν πολλά από τα συναισθήματα και μοιράζονταν πάμπολλα ένστικτα, τα οποία χαρακτήριζαν, αργότερα, τον πρωτόγονο άνθρωπο, όντας εξαιρετικά περίεργα και επιδεικνύοντας αξιοσημείωτη αγαλλίαση όταν επετύγχαναν οποιοδήποτε εγχείρημα. Η πείνα για τροφή και η επιθυμία για σεξ ήταν αρκετά ανεπτυγμένες, ενώ μία σαφής σεξουαλική επιλογή εκδηλωνόταν με μια πρωτόγονη μορφή ερωτοτροπίας και επιλογής συντρόφων. Μπορούσαν να πολεμήσουν με μανία για να υπερασπισθούν τους ομοίους τους και ήταν πολύ τρυφεροί στις οικογενειακές τους σχέσεις, διαθέτοντας μία αίσθηση αυτοταπείνωσης που πλαισίωνε τη ντροπή και τη μεταμέλεια. Ήταν πολύ στοργικοί και συγκινητικά πιστοί στους συντρόφους τους, αν όμως, οι περιστάσεις τους χώριζαν, διάλεγαν άλλους συντρόφους.

62:2.4 (704.3) Όντας μικρού αναστήματος και έχοντας κοφτερό μυαλό ώστε να αντιλαμβάνονται τους κινδύνους του να κατοικούν στα δάση, ανέπτυξαν ένα ασυνήθιστο φόβο, που τους οδήγησε σ’ εκείνα τα συνετά μέτρα προφύλαξης, τα οποία τόσο πολύ συνέβαλαν στην επιβίωση, όπως το ότι έφτιαξαν πρωτόγονα καταλύματα σε ψηλές δεντροκορφές, που εξάλειψαν πολλούς από τους κινδύνους της ζωής στο έδαφος. Η απαρχή της τάσης του ανθρώπινου είδους να φοβάται χρονολογείται, περισσότερο συγκεκριμένα, από τις μέρες εκείνες.

62:2.5 (704.4) Τα πρώτα αυτά θηλαστικά ανέπτυξαν μεγαλύτερο φυλετικό πνεύμα, απ’ όσο είχε παρουσιασθεί προηγούμενα. Ήταν, πράγματι, αγελαία, αλλά παρά ταύτα, εξαιρετικά μαχητικά όταν καθ’ οιονδήποτε τρόπο ενοχλούνταν κατά τη συνήθη πορεία της καθημερινής τους ζωής και επεδείκνυαν άγριες διαθέσεις όταν εξοργίζονταν. Η φιλοπόλεμη φύση τους, πάντως, εξυπηρέτησε ένα καλό σκοπό. Οι ανώτερες ομάδες δεν δίστασαν να πολεμήσουν τους κατώτερους γείτονές τους και έτσι, δια της επιλεκτικής επιβίωσης, το είδος εξελίχθηκε προοδευτικά. Πολύ γρήγορα κυριάρχησαν επί των μικρότερων πλασμάτων της περιοχής αυτής και ελάχιστες από τις παλαιότερες, μη σαρκοβόρες, πιθηκοειδείς φυλές επιβίωσαν.

62:2.6 (704.5) Τα επιθετικά αυτά μικρόσωμα ζώα πολλαπλασιάσθηκαν και εξαπλώθηκαν στη χερσόνησο της Μεσοποταμίας για περισσότερα από χίλια χρόνια, βελτιωνόμενα ως προς το φυσικό τύπο και τη γενική ευφυία. Και ήταν ακριβώς εβδομήντα γενεές αφ’ ότου η καινούργια αυτή φυλή δημιουργήθηκε από τον ανώτερο τύπο των λεμούριων προγόνων, που έλαβε χώρας η επόμενη εξέλιξη, η οποία διαμόρφωσε μία εποχή - η αιφνίδια διαφοροποίηση των προγόνων του επόμενου ζωτικής σημασίας βήματος στην εξέλιξη των ανθρώπινων υπάρξεων στην Ουράντια.

3. ΤΑ ΕΝΔΙΑΜΕΣΑ ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ

62:3.1 (704.6) Νωρίς στη διαδρομή των πρώτων θηλαστικών, στην κατοικία, πάνω σε μια δεντροκορφή, ενός ανώτερου ζεύγους αυτών των εύστροφων πλασμάτων, δύο δίδυμα γεννήθηκαν, ένα αρσενικό και ένα θηλυκό. Συγκρινόμενα με τους προγόνους τους, ήταν πραγματικά όμορφα πλασματάκια. Είχαν λιγοστό τρίχωμα στο σώμα τους, αλλ’ αυτό δεν αποτελούσε αναπηρία, γιατί ζούσαν σ’ ένα ζεστό και σταθερό κλίμα.

62:3.2 (705.1) Τα παιδιά αυτά μεγάλωσαν για να φθάσουν λίγο παραπάνω από 1.20 μέτρα στο ύψος. Ήταν από κάθε άποψη πιο μεγαλόσωμα από τους γονείς τους, έχοντας μακρύτερα πόδια και κοντύτερα χέρια. Είχαν σχεδόν τέλεια αντιτιθέμενους αντίχειρες, τόσο καλά προσαρμοσμένους για διαφορετικές δουλειές, όσο περίπου είναι ο σημερινός ανθρώπινος αντίχειρας. Περπατούσαν όρθια, έχοντας πέλματα σχεδόν τόσο καλά κατάλληλα για να περπατούν, όσο εκείνα των μεταγενέστερων ανθρώπινων φυλών.

62:3.3 (705.2) Ο εγκέφαλός τους ήταν κατώτερος και μικρότερος εκείνου των ανθρώπων, αλλά πολύ ανώτερος και συγκριτικά πολύ μεγαλύτερος εκείνου των προγόνων τους. Τα δίδυμα επέδειξαν από νωρίς ανώτερη ευφυία και σύντομα αναγνωρίσθηκαν ως οι αρχηγοί ολόκληρης της φυλής των πρώτων θηλαστικών, εγκαθιδρύοντας πραγματικά μια πρωτόγονη μορφή κοινωνικής οργάνωσης, καθώς και μια χονδροειδή οικονομική κατανομή της εργασίας. Αυτά τα αδέλφια ζευγάρωσαν και σύντομα απόλαυσαν τη συντροφιά είκοσι ενός παιδιών που τους έμοιαζαν πολύ, όλα ψιλότερα από 1.20 μέτρα και από κάθε άποψη ανώτερα του προγονικού είδους. Η καινούργια αυτή ομάδα σχημάτισε τον πυρήνα των ενδιάμεσων θηλαστικών.

62:3.4 (705.3) Όταν η καινούργια και ανώτερη αυτή ομάδα αυξήθηκε αριθμητικά, ξέσπασε ο πόλεμος, ο αδυσώπητος πόλεμος. Και όταν ο τρομακτικός αγώνας τέλειωσε, ούτε ένα μέλος της προϋπάρχουσας, προγονικής φυλής των πρώτων θηλαστικών δεν έμεινε ζωντανό. Οι λιγότεροι σε αριθμό, αλλά περισσότερο ισχυροί και ευφυείς βλαστοί του είδους επέζησαν εις βάρος των προγόνων τους.

62:3.5 (705.4) Και τώρα, για σχεδόν δέκα πέντε χιλιάδες χρόνια (εξακόσιες γενεές), το πλάσμα αυτό έγινε ο τρόμος αυτής της πλευράς του κόσμου. Όλα τα μεγάλα και άγρια ζώα των προηγούμενων καιρών είχαν χαθεί. Τα μεγάλα κτήνη, αυτόχθονα στις περιοχές αυτές, δεν ήταν σαρκοβόρα, ενώ τα μεγαλύτερα είδη της οικογένειας των αιλουροειδών, λιοντάρια και τίγρεις, δεν είχαν ακόμη εισβάλει σ’ αυτή την, ξεχωριστά προφυλαγμένη, κόχη της επιφάνειας της γης. Γι’ αυτό τα ενδιάμεσα θηλαστικά αυτά έγιναν θαρραλέα και υπέταξαν τα πάντα σ’ αυτή τη γωνιά της δημιουργίας.

62:3.6 (705.5) Συγκρινόμενα με τα προγονικά είδη, τα ενδιάμεσα θηλαστικά απετέλεσαν βελτίωση από κάθε άποψη. Ακόμα και η προσδοκώμενη διάρκεια της ζωής τους ήταν μεγαλύτερη, όντας περίπου είκοσι πέντε χρόνια. Ένας αριθμός θεμελιακών ανθρώπινων χαρακτηριστικών εμφανίσθηκε στο καινούργιο αυτό είδος. Πέραν των εγγενών κλίσεων που επεδείχθησαν από τους προγόνους τους, αυτά τα ενδιάμεσα θηλαστικά ήταν ικανά να δείχνουν απώθηση έναντι ορισμένων αποκρουστικών καταστάσεων. Διέθεταν, επιπλέον, ένα σαφές ένστικτο αποταμίευσης. Έκρυβαν την τροφή τους για να τη χρησιμοποιήσουν αργότερα και επιδίδονταν μετά μανίας στη συλλογή λείων, στρογγυλών χαλικιών και ορισμένων τύπων στρογγυλής πέτρας κατάλληλης για αμυντικά και επιθετικά όπλα.

62:3.7 (705.6) Αυτά τα ενδιάμεσα θηλαστικά ήταν τα πρώτα που επέδειξαν μία σαφή κλίση προς τις κατασκευές, όπως φαίνεται από το συναγωνισμό τους στην κατασκευή τόσο των κατοικιών τους στις κορυφές των δένδρων, όσο και στα πολυδαίδαλα, υπόγεια καταφύγιά τους. Ήταν το πρώτο είδος θηλαστικών που προνόησε για ασφαλή καταλύματα τόσο επάνω στα δένδρα, όσο και κάτω από την επιφάνεια της γης. Εγκατέλειψαν, σε μεγάλο βαθμό, τα δένδρα ως τόπους κατοικίας, ζώντας στο έδαφος κατά τη διάρκεια της ημέρας και πηγαίνοντας να κοιμηθούν στις δεντροκορφές, τη νύχτα.

62:3.8 (705.7) Καθώς περνούσε ο καιρός, η φυσική αριθμητική αύξηση είχε, τελικά, ως αποτέλεσμα σκληρό ανταγωνισμό για την τροφή, αλλά και σεξουαλική αντιζηλία, που αποκορυφώθηκαν σε μία σειρά αλληλοεξοντωτικών μαχών, οι οποίες σχεδόν αφάνισαν ολόκληρο το είδος. Οι αγώνες αυτοί εξακολούθησαν μέχρις ότου μόνο μια ομάδα με λιγότερα από εκατό άτομα έμεινε ζωντανή. Ωστόσο η ειρήνη επεκράτησε άλλη μία φορά και αυτή η μοναδική επιζήσασα φυλή έφτιαξε και πάλι τα υπνοδωμάτιά της στις κορυφές των δέντρων και για άλλη μία φορά ξανάρχισε μια φυσιολογική και σχεδόν ειρηνική ζωή.

62:3.9 (705.8) Δεν μπορείτε να καταλάβετε πόσο κοντά στην εξάλειψη έφθαναν οι προανθρώπινοι πρόγονοί σας από καιρό σε καιρό. Αν ο πρόγονος ολόκληρης της ανθρωπότητας βάτραχος είχε πηδήσει πέντε εκατοστά λιγότερο κάποια δεδομένη στιγμή, ολόκληρη η πορεία της εξέλιξης θα ήταν πάρα πολύ διαφορετική. Η ίδια η πιθηκόμορφη μητέρα του είδους των πρώτων θηλαστικών γλίτωσε από το θάνατο όχι λιγότερες από πέντε φορές, παρά τρίχα, πριν γεννήσει τον πατέρα της καινούργιας και ανώτερης τάξης των θηλαστικών. Το χειρότερο απ’ όλα όμως ήταν όταν κεραυνός κτύπησε το δένδρο πάνω στο οποίο κοιμόταν η μελλοντική μητέρα των πρωτευόντων διδύμων. Και οι δύο γονείς αυτών των ενδιάμεσων θηλαστικών ταράχθηκαν πολύ και κάηκαν άσχημα. Τρία από τα επτά παιδιά τους σκοτώθηκαν από το κτύπημα αυτό του κεραυνού που ήλθε από τον ουρανό. Τα εξελισσόμενα αυτά ζώα ήταν σχεδόν δεισιδαίμονα. Το ζευγάρι αυτό, του οποίου το δεντρόσπιτο κτυπήθηκε, ήταν πράγματι οι αρχηγοί της πιο προοδευτικής ομάδας του είδους των ενδιάμεσων θηλαστικών. Και ακολουθώντας το παράδειγμά τους, περισσότερο από το μισό της φυλής, που περιελάμβανε τις ευφυέστερες οικογένειες, μετακινήθηκε περισσότερο από τρία χιλιόμετρα από την τοποθεσία αυτή και άρχισαν την κατασκευή της καινούργιας τους κατοικίας πάνω στις δεντροκορφές και των καινούργιων καταφυγίων στο έδαφος – των προσωρινών τους κρησφύγετων σε καιρό αιφνίδιου κινδύνου.

62:3.10 (706.1) Αμέσως μετά την ολοκλήρωση του σπιτικού τους, το ζευγάρι αυτό, οι βετεράνοι τόσο πολλών αγώνων, βρέθηκαν να είναι οι περήφανοι γονείς των διδύμων, των πιο σπουδαίων και σημαντικών ζώων που γεννήθηκαν ποτέ στον κόσμο μέχρι τότε, αφού αυτοί ήταν οι πρώτοι από το καινούργιο είδος των Πρωτευόντων Θηλαστικών, τα οποία θα συνιστούσαν το επόμενο, ζωτικής σημασίας στάδιο για την προανθρώπινη εξέλιξη.

62:3.11 (706.2) Συγχρόνως με τη γέννηση των Πρωτευόντων αυτών διδύμων, ένα άλλο ζευγάρι – ένα εξαιρετικά καθυστερημένο αρσενικό και ένα θηλυκό της φυλής των ενδιάμεσων θηλαστικών, ένα ζευγάρι το οποίο ήταν διανοητικά αλλά και σωματικά κατώτερο – γέννησε, επίσης, δίδυμα. Τα δίδυμα αυτά, ένα αρσενικό και ένα θηλυκό, αδιαφορούσαν για τις κατακτήσεις. Ενδιαφέρονταν μόνο για να βρουν τροφή και, εφ’ όσον δεν ήταν σαρκοφάγα, σύντομα έχασαν κάθε ενδιαφέρον για το κυνήγι. Τα καθυστερημένα αυτά δίδυμα έγιναν οι ιδρυτές των σύγχρονων ειδών των πιθήκων. Οι απόγονοί τους αναζήτησαν τις θερμότερες νότιες περιοχές με το ήπιο κλίμα τους και την αφθονία των τροπικών φρούτων, όπου εξακολούθησαν να ζουν από τότε, εκτός των κλάδων εκείνων οι οποίοι ζευγάρωσαν με τα πρώιμα είδη των γιββώνων και των πιθήκων και κατά συνέπειαν εκφυλίσθηκαν σε μεγάλο βαθμό.

62:3.12 (706.3) Και έτσι, εύκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι ο άνθρωπος και ο πίθηκος συνδέονται μόνο στο ότι προήλθαν από τα ενδιάμεσα θηλαστικά, ένα είδος στο οποίο έλαβε χώρα η ταυτόχρονη γέννηση και ο μετέπειτα διαχωρισμός δύο ζευγαριών διδύμων: το κατώτερο ζευγάρι κατέληξε στο να δημιουργήσει τα σύγχρονα είδη πιθήκων, του μπαμπουίνου, του χιμπαντζή και του γορίλα. Το ανώτερο ζευγάρι προορίσθηκε να συνεχίσει το δρόμο της προόδου, που εξελίχθηκε στον ίδιο τον άνθρωπο.

62:3.13 (706.4) Ο σύγχρονος άνθρωπος και τα πιθηκοειδή πράγματι προήλθαν από το ίδιο είδος και γένος, αλλά όχι από τους ίδιους γονείς. Οι πρόγονοι του ανθρώπου προέρχονται από την ανώτερη γενιά των επιλεγμένων καταλοίπων αυτού του είδους των ενδιάμεσων θηλαστικών, ενώ τα σύγχρονα πιθηκοειδή (εκτός ορισμένων ειδών λεμούριων, γιββώνων, πιθήκων καθώς και άλλων πιθηκοειδών πλασμάτων που προϋπήρξαν), είναι οι απόγονοι του κατώτερου ζευγαριού της ομάδας αυτής των θηλαστικών, ενός ζευγαριού που επέζησε μόνο κρυπτόμενο σ΄ ένα υπόγειο κρησφύγετο-κελάρι για περισσότερες από δύο εβδομάδες, κατά τη διάρκεια της τελευταίας σκληρής μάχης της φυλής τους και που βγήκε μόνον όταν οι εχθροπραξίες είχαν πλέον τελειώσει.

4. ΤΑ ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΑ ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ

62:4.1 (706.5) Ας επιστρέψουμε στη γέννηση των ανώτερων διδύμων, ενός αρσενικού και ενός θηλυκού, στα δύο ηγετικά μέλη του είδους των ενδιάμεσων θηλαστικών: Τα μωρά αυτά ανήκαν σε μία σπάνια κατηγορία. Είχαν ακόμη λιγότερο τρίχωμα στο σώμα τους απ’ όσο οι γονείς τους και όταν ήσαν πολύ μικρά επέμεναν να περπατούν όρθια. Οι πρόγονοί τους είχαν μάθει να περπατούν στα πίσω πόδια τους, αλλά τα Πρωτεύοντα αυτά δίδυμα στέκονταν όρθια από την αρχή. Έφθασαν σ’ ένα ύψος πάνω από ενάμισι μέτρο και τα κεφάλια τους μεγάλωσαν περισσότερο σε σύγκριση με των άλλων μελών της φυλής. Ενώ γρήγορα έμαθαν να επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω συμβόλων και ήχων, δεν κατάφεραν να κάνουν τη φυλή τους να κατανοήσει τα νέα αυτά σύμβολα.

62:4.2 (707.1) Όταν έγιναν περίπου δεκατεσσάρων χρόνων εγκατέλειψαν τη φυλή πηγαίνοντας δυτικά για να φτιάξουν την οικογένειά τους και να ιδρύσουν το καινούργιο είδος των Πρωτευόντων. Και τα καινούργια αυτά πλάσματα πολύ σωστά ονομάσθηκαν Πρωτεύοντα αφού υπήρξαν οι σε ευθεία γραμμή, άμεσοι πρόγονοι της ίδιας της ανθρώπινης οικογένειας.

62:4.3 (707.2) Έτσι έγινε και τα Πρωτεύοντα έφθασαν να καταλάβουν μια περιοχή στη δυτική ακτή της χερσονήσου της Μεσοποταμίας, όπως προέβαλε τότε στη νότια θάλασσα, ενώ τα λιγότερο ευφυή και στενά συνδεόμενα είδη έζησαν στο άκρο της χερσονήσου και στην ανατολική ακτογραμμή.

62:4.4 (707.3) Τα Πρωτεύοντα ήσαν περισσότερο άνθρωποι και λιγότερο ζώα από όσο τα προηγηθέντα ενδιάμεσα θηλαστικά. Οι σκελετικές αναλογίες αυτού του νέου είδους ήσαν ίδιες σχεδόν μ’ αυτές των πρωτόγονων ανθρώπινων φυλών. Ο ανθρώπινος τύπος χεριού και πέλματος είχε αναπτυχθεί πλήρως και τα πλάσματα αυτά μπορούσαν να περπατούν, ακόμη και να τρέχουν τόσο καλά, όσο και οποιοσδήποτε από τους μετέπειτα ανθρώπους-απογόνους τους. Εγκατέλειψαν τη δενδρόβια ζωή σε μεγάλο βαθμό, αν και εξακολούθησαν να καταφεύγουν στις δεντροκορφές, ως μέτρο ασφάλειας τη νύκτα, αφού, όπως ακριβώς οι πρώιμοι πρόγονοί τους, ήταν εξαιρετικά υποκείμενα στο φόβο. Η αυξημένη χρήση των χεριών τους συνέτεινε πολύ στο να αναπτύξουν τις εγγενείς δυνάμεις του εγκεφάλου τους, ωστόσο δεν διέθεταν ακόμη νου που θα μπορούσε πραγματικά να ονομασθεί ανθρώπινος.

62:4.5 (707.4) Αν και η συγκινησιακή φύση των Πρωτευόντων ελάχιστα διέφερε εκείνης των προγόνων τους, επεδείκνυαν περισσότερες ανθρώπινες τάσεις σε όλες τους τις ιδιότητες. Ήταν, πράγματι, θαυμάσια και ανώτερα ζώα, που έφθαναν στην ωριμότητα περίπου στα δέκα χρόνια τους και είχαν μία φυσιολογική διάρκεια ζωής περίπου σαράντα χρόνια. Δηλαδή θα μπορούσαν να είχαν ζήσει τόσο, αν είχαν πεθάνει από φυσικό θάνατο, αλλά τους παλιούς εκείνους καιρούς ελάχιστα ζώα πέθαιναν με φυσιολογικό θάνατο. Ο αγώνας για την ύπαρξη ήταν πάρα πολύ έντονος.

62:4.6 (707.5) Και τώρα, μετά από σχεδόν εννιακόσιες γενιές εξέλιξης, οι οποίες κάλυψαν περίπου είκοσι μία χιλιάδες χρόνια από την δημιουργία των πρώτων θηλαστικών, τα Πρωτεύοντα γέννησαν ξαφνικά δύο αξιοπρόσεκτα πλάσματα, τις πρώτες αληθινά ανθρώπινες υπάρξεις.

62:4.7 (707.6) Έτσι έγινε και τα πρώτα θηλαστικά τα οποία προήλθαν από το Βορειοαμερικανικό λεμούριο είδος γέννησαν τα ενδιάμεσα θηλαστικά και τα ενδιάμεσα αυτά θηλαστικά παρήγαγαν τα δύο ανώτερα Πρωτεύοντα, τα οποία έγιναν οι άμεσοι πρόγονοι της πρωτόγονης ανθρώπινης φυλής. Τα είδη των πρωτευόντων υπήρξαν ο τελευταίος ζωτικός κρίκος στην εξέλιξη του ανθρώπου, αλλά σε λιγότερα από πέντε χιλιάδες χρόνια ούτε ένα από τα ασυνήθιστα αυτά είδη δεν είχε απομείνει.

5. ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΥΠΑΡΞΕΙΣ

62:5.1 (707.7) Από το έτος 1934 μ.Χ. πηγαίνοντας προς τα πίσω, ως τη γέννηση των πρώτων δύο ανθρώπινων υπάρξεων είναι ακριβώς 993,419 χρόνια.

62:5.2 (707.8) Τα δύο αυτά αξιοπρόσεκτα πλάσματα ήταν αληθινές ανθρώπινες υπάρξεις. Διέθεταν τέλειους ανθρώπινους αντίχειρες, όπως είχαν πολλοί από τους προγόνους τους, ενώ διέθεταν τόσο τέλεια πέλματα όσο και οι σημερινές φυλές των ανθρώπων. Περπατούσαν και έτρεχαν, δεν αναρριχώνταν. Η ελκτική λειτουργία του μεγάλου δακτύλου του ποδιού δεν υπήρχε καθόλου. Όταν ο κίνδυνος τα οδηγούσε στις δεντροκορφές, σκαρφάλωναν ακριβώς όπως σκαρφαλώνουν οι σημερινοί άνθρωποι. Μπορούσαν να σκαρφαλώνουν ψηλά στον κορμό ενός δένδρου σαν αρκούδες και όχι όπως θα σκαρφάλωνε ένας χιμπαντζής, ή ένας γορίλας, αιωρούμενος στα κλαδιά.

62:5.3 (708.1) Αυτές οι πρώτες ανθρώπινες υπάρξεις (και οι απόγονοί τους) έφθασαν σε πλήρη ωριμότητα στα δώδεκα χρόνια τους και είχαν μια προσδοκώμενη μέση διάρκεια ζωής περίπου εβδομήντα πέντε χρόνια.

62:5.4 (708.2) Πολλά καινούργια συναισθήματα εμφανίσθηκαν γρήγορα σ’ αυτά τα ανθρώπινα δίδυμα. Ένοιωθαν θαυμασμό για πράγματα, αλλά και για άλλες υπάρξεις και επεδείκνυαν αξιοσημείωτη ματαιοδοξία. Η πλέον αξιοσημείωτη, ωστόσο, πρόοδος στη συναισθηματική τους εξέλιξη ήταν η αιφνίδια εμφάνιση μιας νέας κατηγορίας ανθρώπινων αισθημάτων, των αισθημάτων σεβασμού, τα οποία περιελάμβαναν το δέος, την ευλάβεια, την ταπεινοφροσύνη, ακόμα και μια πρωτόγονη μορφή ευγνωμοσύνης. Ο φόβος, συνδεόμενος με την άγνοια των φυσικών φαινομένων, επρόκειτο να δημιουργήσει τις πρωτόγονες θρησκείες.

62:5.5 (708.3) Δεν είναι μόνον αυτές οι ανθρώπινες ευαισθησίες που εκδηλώθηκαν σ’ αυτούς τους πρωτόγονους ανθρώπους, αλλά και πολλά, κατά πολύ ανώτερα, εξελιγμένα συναισθήματα ήταν επίσης παρόντα σε στοιχειώδη μορφή. Είχαν αμυδρή γνώση του οίκτου, της ντροπής και της επίπληξης, ενώ είχαν σαφή αντίληψη της αγάπης, του μίσους και της εκδίκησης, όντας επίσης επιρρεπή σε έντονα συναισθήματα ζηλοτυπίας.

62:5.6 (708.4) Αυτοί οι δύο πρώτοι άνθρωποι – τα δίδυμα – απετέλεσαν μεγάλη δοκιμασία για τους Πρωτεύοντες γονείς τους. Ήταν τόσο περίεργοι και ριψοκίνδυνοι, ώστε παρ’ ολίγο να χάσουν τη ζωή τους πολλές φορές, πριν γίνουν οκτώ χρονών. Πάντως, είχαν φοβηθεί μάλλον αρκετά μέχρι να γίνουν δώδεκα χρονών.

62:5.7 (708.5) Πολύ νωρίς έμαθαν να επικοινωνούν δια της ομιλίας. Μέχρις ότου φθάσουν στα δέκα τους χρόνια, είχαν επεξεργασθεί μια βελτιωμένη γλώσσα συμβόλων και λέξεων για πενήντα περίπου έννοιες, ενώ είχαν σε μεγάλο βαθμό βελτιώσει και διευρύνει την πρωτόγονη επικοινωνιακή τεχνική των προγόνων τους. Παρά τις προσπάθειές τους, όμως, ελάχιστα μόνο από τα καινούργια τους σύμβολα και σήματα μπόρεσαν να διδάξουν στους γονείς τους.

62:5.8 (708.6) Όταν ήταν περίπου εννέα χρόνων, ταξίδεψαν πέρα από το ποτάμι, μια ωραία ημέρα και έκαναν μια βαρυσήμαντη συζήτηση. Κάθε ουράνια ευφυής ύπαρξη που βρισκόταν στην Ουράντια, περιλαμβανομένου του εαυτού μου, ήταν παρούσα ως παρατηρητής των διαμειβομένων στο μεσημεριανό αυτό ραντεβού. Αυτή τη σημαντική μέρα συμφώνησαν να ζήσουν ο ένας με τον άλλο και ο ένας για τον άλλο και αυτή ήταν η πρώτη από μία σειρά παρόμοιων συμφωνιών, οι οποίες αποκορυφώθηκαν, τελικά, με την απόφαση να απομακρυνθούν από τους κατώτερους συντρόφους τους και να ταξιδέψουν προς βορράν, μη γνωρίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα θεμελίωναν την ανθρώπινη φυλή.

62:5.9 (708.7) Ενώ όλους μας απασχολούσε πάρα πολύ το τι σχεδίαζαν αυτοί οι δύο άγριοι, ήμασταν ανίκανοι να ελέγξουμε τη λειτουργία του νου τους. Δεν επηρεάσαμε – δεν μπορούσαμε να επηρεάσουμε – αυθαίρετα τις αποφάσεις τους. Ωστόσο, μέσα στα αποδεκτά όρια της πλανητικής λειτουργίας, εμείς, οι Φορείς της Ζωής, μαζί με τους συνεργάτες μας, συνωμοτήσαμε όλοι για να καθοδηγήσουμε τα ανθρώπινα δίδυμα προς το βορρά και μακριά από τον τριχωτό και εν μέρει δενδρόβιο λαό τους. Και έτσι, εξ αιτίας της ευφυούς επιλογής τους, οι δίδυμοι πραγματικά μετανάστευσαν και εξ αιτίας της εποπτείας μας μετανάστευσαν προς βορράν, σε μία προκαθορισμένη περιοχή όπου απέφυγαν την πιθανότητα της βιολογικής υποβάθμισης δια της ανάμειξης με τους κατώτερους συγγενείς των φυλών των Πρωτευόντων.

62:5.10 (708.8) Λίγο καιρό πριν την αναχώρησή τους από τα πάτρια δάση, έχασαν τη μητέρα τους σε μία επιδρομή γιββώνων. Ενώ δεν διέθετε την ευφυΐα τους, ένοιωθε πράγματι μια αξιοσημείωτη, χαρακτηριστική των θηλαστικών, στοργή ανώτερου βαθμού για τα μικρά της και χωρίς να φοβηθεί έδωσε τη ζωή της προσπαθώντας να σώσει το θαυμάσιο ζευγάρι. Και η θυσία της δεν ήταν μάταιη, γιατί αντιστάθηκε στον εχθρό μέχρις ότου έφθασε ο πατέρας με ενισχύσεις και έτρεψε τους εισβολείς σε φυγή.

62:5.11 (709.1) Σύντομα, αφ’ ότου το νεαρό αυτό ζευγάρι εγκατέλειψε τους συντρόφους του για να θεμελιώσει την ανθρώπινη φυλή, ο Πρωτεύων πατέρας τους ήταν απαρηγόρητος – του είχε ραγίσει η καρδιά. Αρνιόταν να φάει, ακόμα και όταν του έφερναν τροφή τα άλλα του παιδιά. Με τους εξέχοντες απογόνους του χαμένους, η ζωή δεν φαινόταν να αξίζει ανάμεσα στους κοινούς συντρόφους του. Έτσι, περιπλανήθηκε στο δάσος, όπου του επετέθησαν οι γίββωνες και τον χτύπησαν μέχρι θανάτου.

6. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΔΙΑΝΟΙΑΣ

62:6.1 (709.2) Εμείς, οι Φορείς της Ζωής στην Ουράντια, είχαμε περάσει τη μακρόχρονη επιφυλακή της άγρυπνης αναμονής, από την ημέρα που πρωτοφυτέψαμε το πλάσμα της ζωής στα νερά του πλανήτη και, φυσικά, η εμφάνιση των πρώτων αληθινά ευφυών και αυτόβουλων υπάρξεων μας έφερε μεγάλη χαρά και υπέρτατη αγαλλίαση.

62:6.2 (709.3) Παρακολουθούσαμε τα δίδυμα να αναπτύσσονται διανοητικά, παρατηρώντας τη λειτουργία των επτά συνοδών διανοητικών πνευμάτων που είχαν αποσπασθεί στην Ουράντια στην εποχή της άφιξής μας στον πλανήτη. Καθ’ όλη τη διάρκεια της μακράς εξελικτικής ανάπτυξης της πλανητικής ζωής, αυτοί οι ακάματοι διανοητικοί λειτουργοί προσάρμοζαν την αυξανόμενη δυνατότητά τους να επικοινωνούν με τις συνεχώς διευρυνόμενες εγκεφαλικές ικανότητες των προοδευτικά ανώτερων πλασμάτων.

62:6.3 (709.4) Αρχικά μόνο το πνεύμα της διαισθητικότητας μπορούσε να λειτουργήσει στην ενστικτώδη και ανακλαστική συμπεριφορά του πρωταρχικού ζώου. Με τη διαφοροποίηση ανώτερων τύπων, το πνεύμα της αντίληψης μπόρεσε να πληρώσει τα πλάσματα αυτά με το δώρο της αυτόματης συσχέτισης των εννοιών. Αργότερα είδαμε να λειτουργεί το πνεύμα του θάρρους. Τα εξελισσόμενα ζώα ανέπτυξαν, πράγματι, μια πρωτόγονη μορφή προστατευτικής αυτεπίγνωσης. Μετά την εμφάνιση των ομάδων των θηλαστικών, είδαμε το πνεύμα της γνώσης να εκδηλώνεται με αυξανόμενους ρυθμούς. Και η εξέλιξη των ανώτερων θηλαστικών έφερε τη λειτουργία του πνεύματος της εισήγησης, που είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη των αγελαίων ενστίκτων και την απαρχή της πρωτόγονης κοινωνικής ανάπτυξης.

62:6.4 (709.5) Όλο και περισσότερο, από την αρχή της ζωής ως τα πρώτα θηλαστικά, τα ενδιάμεσα θηλαστικά και τα Πρωτεύοντα, παρατηρούσαμε την αυξανόμενη λειτουργία των πρώτων πέντε συνοδών. Ποτέ, ωστόσο, τα δύο που απέμειναν, οι λειτουργοί της ανώτερης διάνοιας, δεν μπόρεσαν να λειτουργήσουν στον Ουραντιανό τύπο της εξελικτικής διάνοιας.

62:6.5 (709.6) Φαντασθείτε τη χαρά μας, μια μέρα – τα δίδυμα ήταν περίπου δέκα χρόνων – όταν το πνεύμα της λατρείας έκανε την πρώτη του επαφή με το νου του θηλυκού διδύμου και σύντομα, κατόπιν, με του αρσενικού. Γνωρίσαμε ότι κάτι στενά συγγενές προς τον ανθρώπινο νου πλησίαζε το αποκορύφωμά του. Και όταν, περίπου ένα χρόνο αργότερα, τελικά αποφάσισαν, ως αποτέλεσμα στοχαστικής σκέψης και σκόπιμης απόφασης να εγκαταλείψουν την εστία τους και τα ταξιδέψουν προς βορράν, τότε πράγματι το πνεύμα της σοφίας άρχισε να λειτουργεί στην Ουράντια και σ’ αυτές τις δύο, ανεγνωρισμένες πλέον, ανθρωπινές διάνοιες.

62:6.6 (709.7) Αυτή υπήρξε μια άμεση και νέου βαθμού κινητοποίηση των επτά συνοδών διανοητικών πνευμάτων. Ζούσαμε στην αναμονή. Αντιλαμβανόμασταν ότι η ώρα που τόσο καιρό περιμέναμε πλησίαζε. Γνωρίζαμε ότι βρισκόμασταν στο κατώφλι της πραγμάτωσης της σχεδιασμένης μας προσπάθειας να εξελίξουμε τα αυτόβουλα πλάσματα στην Ουράντια.

7. ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΤΙΑ ΩΣ ΚΑΤΟΙΚΗΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

62:7.1 (709.8) Δεν χρειάσθηκε να περιμένουμε πολύ. Το μεσημέρι, μια μέρα μετά τη φυγή των διδύμων, έγινε η δοκιμαστική, αρχική εκπομπή των σημάτων των συμπαντικών κυκλωμάτων στην πλανητική εστία υποδοχής της Ουράντια. Ήμασταν, φυσικά, όλοι επί ποδός με τη συναίσθηση του ότι ένα μεγάλο γεγονός επέκειτο. Εφ’ όσον, όμως, ο κόσμος αυτός ήταν ένας πειραματικός σταθμός ζωής, δεν είχαμε την παραμικρή ιδέα για το πώς θα πληροφορούμασταν την αναγνώριση της ευφυούς ζωής στον πλανήτη. Δεν περιμέναμε, όμως, πολύ. Την τρίτη ημέρα μετά τη φυγή των διδύμων και πριν αναχωρήσει το σώμα των Φορέων της Ζωής, έφθασε ο αρχάγγελος του Νέβαδον για την εγκαθίδρυση του πρώτου πλανητικού κυκλώματος.

62:7.2 (710.1) Ήταν μια γεμάτη συμβάντα ημέρα όταν η μικρή μας ομάδα συγκεντρώθηκε γύρω από τον πόλο διαστημικής επικοινωνίας του πλανήτη και έλαβε το πρώτο μήνυμα από τον Σάλβινγκτον μέσω του νεοεγκατεστημένου διανοητικού κυκλώματος του πλανήτη. Και το πρώτο αυτό μήνυμα, υπαγορευμένο από τον προϊστάμενο του σώματος των αρχαγγέλων, έλεγε:

62:7.3 (710.2) «Προς τους Φορείς της Ζωής στην Ουράντια – Χαίρετε! Μεταβιβάζουμε τη διαβεβαίωση μεγάλης χαράς στον Σάλβινγκτον, την Εντέντια και την Τζερουζέμ προς τιμήν της καταχώρησης στο αρχηγείο του Νέβαδον του σήματος της ύπαρξης στην Ουράντια αυτόβουλης διάνοιας. Η σκόπιμη απόφαση των διδύμων να φύγουν προς βορράν και να διαχωρίσουν τους απογόνους τους από τους κατώτερους προγόνους τους σημειώθηκε. Αυτή είναι η πρώτη διανοητική απόφαση – του ανθρώπινου είδους διάνοιας – στην Ουράντια και αυτόματα εγκαθιστά το κύκλωμα της επικοινωνίας πάνω στο οποίο μεταδίδεται το πρώτο αυτό μήνυμα αναγνώρισης.»

62:7.4 (710.3) Κατόπιν, μέσω αυτού του νέου κυκλώματος ήλθε ο χαιρετισμός των Μέγιστων της Εντέντια, το οποίο περιείχε οδηγίες για τους διαμένοντες Φορείς της Ζωής, απαγορεύοντάς μας να επέμβουμε στο πρότυπο της ζωής που είχαμε εγκαταστήσει. Μας δόθηκε η εντολή να μην παρέμβουμε στα θέματα της ανθρώπινης προόδου. Δεν πρέπει να συναχθεί ότι οι Φορείς της Ζωής επεμβαίνουν ποτέ, αυθαίρετα και μηχανικά στη φυσική ολοκλήρωση των εξελικτικών σχεδίων του πλανήτη, διότι δεν επεμβαίνουμε. Ωστόσο, ως την ώρα εκείνη, μας είχε επιτραπεί να χειρισθούμε το περιβάλλον και να θωρακίσουμε το πλάσμα της ζωής μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο και ήταν αυτή η ασυνήθιστη, αλλά απόλυτα φυσική, εποπτεία που επρόκειτο να διακοπεί.

62:7.5 (710.4) Και δεν είχαν ακόμα σταματήσει οι Μέγιστοι να μιλούν, όταν το όμορφο μήνυμα του Εωσφόρου, τότε κυρίαρχου του συστήματος της Σατάνια, άρχισε να μεταδίδεται στον πλανήτη. Τώρα οι Φορείς της Ζωής άκουγαν το καλωσόρισμα του προϊσταμένου τους και έλαβαν την άδειά του να επιστρέψουν στην Τζερουζέμ. Το μήνυμα αυτό από τον Εωσφόρο περιείχε την επίσημη αποδοχή του έργου των Φορέων της Ζωής στην Ουράντια και μας απάλλασσε από κάθε μελλοντική κριτική των προσπαθειών μας για να βελτιώσουμε τα πρότυπα ζωής του Νέβαδον, όπως καταρτίσθηκαν στο σύστημα της Σατάνια.

62:7.6 (710.5) Τα μηνύματα αυτά από τον Σάλβινγκτον, την Εντέντια και την Τζερουζέμ σήμαναν επίσημα τον τερματισμό της μακραίωνης εποπτείας των Φορέων της Ζωής στον πλανήτη. Για αιώνες υπηρετούσαμε, βοηθούμενοι μόνο από τα επτά συνοδά διανοητικά πνεύματα και τους Κυρίαρχους Φυσικούς Ελεγκτές. Και τώρα, με τη βούληση, τη δύναμη να επιλέγουν τη λατρεία και την ανέλιξη, να έχει εμφανισθεί στα εξελικτικά πλάσματα του πλανήτη, αντιληφθήκαμε ότι το έργο μας είχε ολοκληρωθεί και η ομάδα μας ετοιμάσθηκε να αναχωρήσει. Με την Ουράντια να είναι ένας κόσμος όπου τροποποιήθηκε η ζωή, μας δόθηκε η άδεια να αφήσουμε πίσω δύο από τους αρχαιότερους Φορείς της Ζωής, με δώδεκα βοηθούς και εγώ ήμουν ένας από την ομάδα που επελέγη και από τότε διαμένω στην Ουράντια.

62:7.7 (710.6) Είναι ακριβώς 993,408 χρόνια πριν (από το έτος 1934 μ.Χ.) που η Ουράντια αναγνωρίσθηκε επίσημα ως πλανήτης κατοικούμενος από ανθρώπους στο σύμπαν του Νέβαδον. Η βιολογική εξέλιξη είχε για άλλη μία φορά επιτύχει τα ανθρώπινα επίπεδα της ανώτερης βούλησης. Ο άνθρωπος είχε φθάσει στον πλανήτη 606 της Σατάνια.

62:7.8 (710.7) [Υποστηρίχθηκε από ένα Φορέα της Ζωής του Νέβαδον που διαμένει στην Ουράντια.]





Back to Top